言いうことを聞きく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπακούω, ακολουθώ τις συμβουλές κάποιου, ακούω κάποιον

Παραδείγματα

  • 子供こどもは言いうことを聞ききます。

    Το παιδί υπακούει.

  • 先生せんせいの言いうことをよく聞ききましょう。

    Ας ακούσουμε προσεκτικά τον δάσκαλο.

  • 親おやの言いうことを聞きかないと、後あとで後悔こうかいすることになりますよ。

    Αν δεν ακούς τους γονείς σου, θα το μετανιώσεις αργότερα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
言うことを聞く
Παρόν (ευγενικό)
言うことを聞きます
Άρνηση (απλή)
言うことを聞かない
Άρνηση (ευγενική)
言うことを聞きません
Παρελθόν (απλό)
言うことを聞いた
Παρελθόν (ευγενικό)
言うことを聞きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言うことを聞かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言うことを聞きませんでした
Τε-μορφή
言うことを聞いて
Δυνητική
言うことを聞ける
Προστακτική
言うことを聞け
Βουλητική
言うことを聞こう
Υποθετική (ば)
言うことを聞けば