わす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζω κάποιον να μιλήσει, βάζω κάποιον να πει
  2. 02 επιτρέπω σε κάποιον να μιλήσει, αφήνω κάποιον να εκφραστεί
  3. 03 βγάζω ήχο, προκαλώ θόρυβο

Κλίση

Παρόν (απλό)
言わす
Παρόν (ευγενικό)
言わします
Άρνηση (απλή)
言わさない
Άρνηση (ευγενική)
言わしません
Παρελθόν (απλό)
言わした
Παρελθόν (ευγενικό)
言わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言わしませんでした
Τε-μορφή
言わして
Δυνητική
言わせる
Προστακτική
言わせ
Βουλητική
言わそう
Υποθετική (ば)
言わせば