ことかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μου ανατίθεται να παραδώσω (μήνυμα, δέμα κ.λπ.), μου ζητείται να μεταφέρω σε κάποιον (ότι), μου ανατίθεται κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
言付かる
Παρόν (ευγενικό)
言付かります
Άρνηση (απλή)
言付からない
Άρνηση (ευγενική)
言付かりません
Παρελθόν (απλό)
言付かった
Παρελθόν (ευγενικό)
言付かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言付からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言付かりませんでした
Τε-μορφή
言付かって
Δυνητική
言付かれる
Προστακτική
言付かれ
Βουλητική
言付かろう
Υποθετική (ば)
言付かれば