こと

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μήνυμα, αποστολή είδησης
  2. 02 αρχαϊκό δικαιολογία, πρόσχημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
言付けする
Παρόν (ευγενικό)
言付けします
Άρνηση (απλή)
言付けしない
Άρνηση (ευγενική)
言付けしません
Παρελθόν (απλό)
言付けした
Παρελθόν (ευγενικό)
言付けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言付けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言付けしませんでした
Τε-μορφή
言付けして
Δυνητική
言付けできる
Προστακτική
言付けしろ
Βουλητική
言付けしよう
Υποθετική (ば)
言付けすれば