言こと葉ばを失うしなう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός χάνω τα λόγια μου, μένω άφωνος

Παραδείγματα

  • 驚おどろいて、言葉ことばを失うしないました。

    Έμεινα άφωνος από έκπληξη.

  • 思おもいもよらないニュースを聞きいて、言葉ことばを失うしなうほど衝撃しょうげきを受うけました。

    Όταν άκουσα τα απρόσμενα νέα, έπαθα τέτοιο σοκ που έμεινα άφωνος.

  • その息いきをのむような景色けしきを目めの当あたりにし、あまりの美うつくしさに私わたしは言葉ことばを失うしない、何なにも言いえなくなってしまった。

    Αντικρίζοντας αυτή την εκπληκτική θέα, η υπερβολική ομορφιά της με άφησε άφωνο, δεν μπορούσα να αρθρώσω ούτε λέξη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
言葉を失う
Παρόν (ευγενικό)
言葉を失います
Άρνηση (απλή)
言葉を失わない
Άρνηση (ευγενική)
言葉を失いません
Παρελθόν (απλό)
言葉を失った
Παρελθόν (ευγενικό)
言葉を失いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言葉を失わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言葉を失いませんでした
Τε-μορφή
言葉を失って
Δυνητική
言葉を失える
Προστακτική
言葉を失え
Βουλητική
言葉を失おう
Υποθετική (ば)
言葉を失えば