ことのこ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω λόγια (πίσω μου, π.χ. μετά τον θάνατο), λέω κάτι για τις μελλοντικές γενιές, εκφέρω τελευταία λόγια
  2. 02 αφήνω κάποια πράγματα ανείπωτα

Κλίση

Παρόν (απλό)
言葉を残す
Παρόν (ευγενικό)
言葉を残します
Άρνηση (απλή)
言葉を残さない
Άρνηση (ευγενική)
言葉を残しません
Παρελθόν (απλό)
言葉を残した
Παρελθόν (ευγενικό)
言葉を残しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言葉を残さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言葉を残しませんでした
Τε-μορφή
言葉を残して
Δυνητική
言葉を残せる
Προστακτική
言葉を残せ
Βουλητική
言葉を残そう
Υποθετική (ば)
言葉を残せば