言こと葉ばを紡つむぐ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ποιητικό εκφράζω με εκλεπτυσμένο τρόπο, υφαίνω έναν ιστό λέξεων

Παραδείγματα

  • 私わたしは言葉ことばを紡つむぎます。

    Εγώ εκφράζομαι με λέξεις.

  • 彼女かのじょはいつも美うつくしい言葉ことばを紡つむいで、人ひと々を魅了みりょうします。

    Αυτή πάντα εκφράζεται με όμορφα λόγια και γοητεύει τους ανθρώπους.

  • 詩人しじんは、まるで魂たましいの奥底おくそこから湧わき出でるように、繊細せんさいな感情かんじょうを言葉ことばに紡つむぎ出だしました。

    Ο ποιητής, σαν να ξεχείλιζαν από τα βάθη της ψυχής του, ύφανε ευαίσθητα συναισθήματα σε λέξεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
言葉を紡ぐ
Παρόν (ευγενικό)
言葉を紡ぎます
Άρνηση (απλή)
言葉を紡がない
Άρνηση (ευγενική)
言葉を紡ぎません
Παρελθόν (απλό)
言葉を紡いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
言葉を紡ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言葉を紡がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言葉を紡ぎませんでした
Τε-μορφή
言葉を紡いで
Δυνητική
言葉を紡げる
Προστακτική
言葉を紡げ
Βουλητική
言葉を紡ごう
Υποθετική (ば)
言葉を紡げば