言葉尻を捉える
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πιάνομαι από τις λέξεις κάποιου, αντιλέγω σε ασήμαντες λεπτομέρειες των λεγομένων κάποιου, παγιδεύω κάποιον με τα λόγια του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 言葉尻を捉える
- Παρόν (ευγενικό)
- 言葉尻を捉えます
- Άρνηση (απλή)
- 言葉尻を捉えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 言葉尻を捉えません
- Παρελθόν (απλό)
- 言葉尻を捉えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 言葉尻を捉えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 言葉尻を捉えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 言葉尻を捉えませんでした
- Τε-μορφή
- 言葉尻を捉えて
- Δυνητική
- 言葉尻を捉えられる
- Προστακτική
- 言葉尻を捉えろ
- Βουλητική
- 言葉尻を捉えよう
- Υποθετική (ば)
- 言葉尻を捉えれば
- Υποθετική (たら)
- 言葉尻を捉えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 言葉尻を捉えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 言葉尻を捉えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 言葉尻を捉えなさい
- Παθητική
- 言葉尻を捉えられる
- Αιτιατική
- 言葉尻を捉えさせる