はからう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι, διευθετώ, μεριμνώ για κάτι, διεκπεραιώνω
  2. 02 συμβουλεύομαι, συζητώ με κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
計らう
Παρόν (ευγενικό)
計らいます
Άρνηση (απλή)
計らわない
Άρνηση (ευγενική)
計らいません
Παρελθόν (απλό)
計らった
Παρελθόν (ευγενικό)
計らいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
計らわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
計らいませんでした
Τε-μορφή
計らって
Δυνητική
計らえる
Προστακτική
計らえ
Βουλητική
計らおう
Υποθετική (ば)
計らえば