けいりょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μέτρηση, ζύγιση
  2. 02 μετρική, συνάρτηση απόστασης

Κλίση

Παρόν (απλό)
計量する
Παρόν (ευγενικό)
計量します
Άρνηση (απλή)
計量しない
Άρνηση (ευγενική)
計量しません
Παρελθόν (απλό)
計量した
Παρελθόν (ευγενικό)
計量しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
計量しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
計量しませんでした
Τε-μορφή
計量して
Δυνητική
計量できる
Προστακτική
計量しろ
Βουλητική
計量しよう
Υποθετική (ば)
計量すれば