ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιστορικό έφοδος (π.χ. σε εχθρικό κάστρο), επίθεση, επιδρομή

Κλίση

Παρόν (απλό)
討ち入りする
Παρόν (ευγενικό)
討ち入りします
Άρνηση (απλή)
討ち入りしない
Άρνηση (ευγενική)
討ち入りしません
Παρελθόν (απλό)
討ち入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
討ち入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
討ち入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
討ち入りしませんでした
Τε-μορφή
討ち入りして
Δυνητική
討ち入りできる
Προστακτική
討ち入りしろ
Βουλητική
討ち入りしよう
Υποθετική (ば)
討ち入りすれば