くんどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διδασκαλία, καθοδήγηση, εποπτεία
  2. 02 αρχαϊκό πιστοποιημένος δάσκαλος δημοτικού σχολείου

Κλίση

Παρόν (απλό)
訓導する
Παρόν (ευγενικό)
訓導します
Άρνηση (απλή)
訓導しない
Άρνηση (ευγενική)
訓導しません
Παρελθόν (απλό)
訓導した
Παρελθόν (ευγενικό)
訓導しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
訓導しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
訓導しませんでした
Τε-μορφή
訓導して
Δυνητική
訓導できる
Προστακτική
訓導しろ
Βουλητική
訓導しよう
Υποθετική (ば)
訓導すれば