くんかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προειδοποίηση, επίπληξη, μάθημα ή φράση που διδάσκει κάποιον να μην πράττει κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
訓戒する
Παρόν (ευγενικό)
訓戒します
Άρνηση (απλή)
訓戒しない
Άρνηση (ευγενική)
訓戒しません
Παρελθόν (απλό)
訓戒した
Παρελθόν (ευγενικό)
訓戒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
訓戒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
訓戒しませんでした
Τε-μορφή
訓戒して
Δυνητική
訓戒できる
Προστακτική
訓戒しろ
Βουλητική
訓戒しよう
Υποθετική (ば)
訓戒すれば