託たくす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον, εμπιστεύομαι, αφήνω υπό την προστασία κάποιου
  2. 02 αναθέτω τη μεταφορά (μηνύματος, δέματος), στέλνω μέσω κάποιου, αφήνω μήνυμα σε κάποιον
  3. 03 χρησιμοποιώ κάτι για να εκφράσω (συναισθήματα, άποψη), εκφράζω μέσω κάποιου μέσου
  4. 04 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα

Παραδείγματα

  • 子こどもを託たくします。

    Αφήνω το παιδί στα χέρια σας.

  • 彼かれに重要じゅうような仕事しごとを託たくしました。

    Του ανέθεσα μια σημαντική δουλειά.

  • 未来みらいの希望きぼうを、若者わかものたちの手てに託たくすしかないでしょう。

    Δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το να εμπιστευτούμε την ελπίδα για το μέλλον στα χέρια των νέων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
託す
Παρόν (ευγενικό)
託します
Άρνηση (απλή)
託さない
Άρνηση (ευγενική)
託しません
Παρελθόν (απλό)
託した
Παρελθόν (ευγενικό)
託しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
託さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
託しませんでした
Τε-μορφή
託して
Δυνητική
託せる
Προστακτική
託せ
Βουλητική
託そう
Υποθετική (ば)
託せば