たく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φύλαξη παιδιών, παιδικός σταθμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
託児する
Παρόν (ευγενικό)
託児します
Άρνηση (απλή)
託児しない
Άρνηση (ευγενική)
託児しません
Παρελθόν (απλό)
託児した
Παρελθόν (ευγενικό)
託児しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
託児しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
託児しませんでした
Τε-μορφή
託児して
Δυνητική
託児できる
Προστακτική
託児しろ
Βουλητική
託児しよう
Υποθετική (ば)
託児すれば