記憶にとどめる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θυμάμαι, έχω κατά νου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 記憶にとどめる
- Παρόν (ευγενικό)
- 記憶にとどめます
- Άρνηση (απλή)
- 記憶にとどめない
- Άρνηση (ευγενική)
- 記憶にとどめません
- Παρελθόν (απλό)
- 記憶にとどめた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 記憶にとどめました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 記憶にとどめなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 記憶にとどめませんでした
- Τε-μορφή
- 記憶にとどめて
- Δυνητική
- 記憶にとどめられる
- Προστακτική
- 記憶にとどめろ
- Βουλητική
- 記憶にとどめよう
- Υποθετική (ば)
- 記憶にとどめれば
- Υποθετική (たら)
- 記憶にとどめたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 記憶にとどめたい
- Απαγορευτική (~な)
- 記憶にとどめるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 記憶にとどめなさい
- Παθητική
- 記憶にとどめられる
- Αιτιατική
- 記憶にとどめさせる