訛る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μιλώ με προφορά, προφέρω λανθασμένα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αλλοιώνομαι (για λέξη)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 訛る
- Παρόν (ευγενικό)
- 訛ります
- Άρνηση (απλή)
- 訛らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 訛りません
- Παρελθόν (απλό)
- 訛った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 訛りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 訛らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 訛りませんでした
- Τε-μορφή
- 訛って
- Δυνητική
- 訛れる
- Προστακτική
- 訛れ
- Βουλητική
- 訛ろう
- Υποθετική (ば)
- 訛れば
- Υποθετική (たら)
- 訛ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 訛りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 訛るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 訛りなさい
- Παθητική
- 訛られる
- Αιτιατική
- 訛らせる