おとな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ποιητικό συνήθως γραμμένο με κάνα επισκέπτομαι, πηγαίνω σε κάποιον
  2. 02 αρχαϊκό παράγω ήχο, κάνω θόρυβο

Κλίση

Παρόν (απλό)
訪う
Παρόν (ευγενικό)
訪います
Άρνηση (απλή)
訪わない
Άρνηση (ευγενική)
訪いません
Παρελθόν (απλό)
訪った
Παρελθόν (ευγενικό)
訪いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
訪わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
訪いませんでした
Τε-μορφή
訪って
Δυνητική
訪える
Προστακτική
訪え
Βουλητική
訪おう
Υποθετική (ば)
訪えば