設える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προμηθεύω, τακτοποιώ, εγκαθιστώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 設える
- Παρόν (ευγενικό)
- 設えます
- Άρνηση (απλή)
- 設えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 設えません
- Παρελθόν (απλό)
- 設えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 設えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 設えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 設えませんでした
- Τε-μορφή
- 設えて
- Δυνητική
- 設えられる
- Προστακτική
- 設えろ
- Βουλητική
- 設えよう
- Υποθετική (ば)
- 設えれば
- Υποθετική (たら)
- 設えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 設えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 設えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 設えなさい
- Παθητική
- 設えられる
- Αιτιατική
- 設えさせる