せつえい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στήσιμο (μιας κατασκευής, κτιρίου, κατασκήνωσης κ.λπ.), οικοδόμηση, προετοιμασία (π.χ. ενός χώρου διεξαγωγής εκδήλωσης), διοργάνωση (μιας εκδήλωσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
設営する
Παρόν (ευγενικό)
設営します
Άρνηση (απλή)
設営しない
Άρνηση (ευγενική)
設営しません
Παρελθόν (απλό)
設営した
Παρελθόν (ευγενικό)
設営しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
設営しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
設営しませんでした
Τε-μορφή
設営して
Δυνητική
設営できる
Προστακτική
設営しろ
Βουλητική
設営しよう
Υποθετική (ば)
設営すれば