せつだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προετοιμασία ερώτησης (θέματος, ζητήματος κ.λπ.)
  2. 02 ερώτηση, πρόβλημα, θέμα, αντικείμενο

Κλίση

Παρόν (απλό)
設題する
Παρόν (ευγενικό)
設題します
Άρνηση (απλή)
設題しない
Άρνηση (ευγενική)
設題しません
Παρελθόν (απλό)
設題した
Παρελθόν (ευγενικό)
設題しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
設題しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
設題しませんでした
Τε-μορφή
設題して
Δυνητική
設題できる
Προστακτική
設題しろ
Βουλητική
設題しよう
Υποθετική (ば)
設題すれば