許ゆるす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτρέπω, επιδοκιμάζω, εγκρίνω, συγκατατίθεμαι
  2. 02 γράφεται και ως 赦す συγχωρώ, ανέχομαι
  3. 03 γράφεται και ως 赦す απαλλάσσω, χαρίζω, αφήνω
  4. 04 αναγνωρίζω, παραδέχομαι
  5. 05 εμπιστεύομαι, χαλαρώνω την άμυνά μου
  6. 06 παραχωρώ, υποχωρώ, χάνω (πόντους σε παιχνίδι, απόσταση σε αγώνα κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれを許ゆるします。

    Τον συγχωρώ.

  • 規則きそくを破やぶることは許ゆるされません。

    Δεν επιτρέπεται να παραβιάζουμε τους κανόνες.

  • どんな理由りゆうがあろうとも、暴力ぼうりょくは決けっして許ゆるされることではありません。

    Η βία δεν είναι ποτέ αποδεκτή, ανεξάρτητα από τον λόγο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
許す
Παρόν (ευγενικό)
許します
Άρνηση (απλή)
許さない
Άρνηση (ευγενική)
許しません
Παρελθόν (απλό)
許した
Παρελθόν (ευγενικό)
許しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
許さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
許しませんでした
Τε-μορφή
許して
Δυνητική
許せる
Προστακτική
許せ
Βουλητική
許そう
Υποθετική (ば)
許せば