うったえる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φέρνω στην προσοχή, εφιστώ την προσοχή
  2. 02 απευθύνομαι (π.χ. στη λογική, στα συναισθήματα), επικαλούμαι, εκμεταλλεύομαι (τη συμπάθεια)
  3. 03 παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι
  4. 04 μηνύω, κάνω μήνυση, πηγαίνω (κάποιον) στο δικαστήριο
  5. 05 καταφεύγω (π.χ. στα όπλα, στη βία)

Παραδείγματα

  • かれいたみをうったえた

    Διαμαρτυρήθηκε για τον πόνο.

  • かれ会議かいぎ自分じぶん意見いけんうったえた

    Στη σύσκεψη εξέφρασε την άποψή του.

  • 弁護士べんごし依頼人いらいにん無実むじつ陪審員ばいしんいんうったえた

    Ο δικηγόρος υποστήριξε την αθωότητα του πελάτη του στους ενόρκους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
訴える
Παρόν (ευγενικό)
訴えます
Άρνηση (απλή)
訴えない
Άρνηση (ευγενική)
訴えません
Παρελθόν (απλό)
訴えた
Παρελθόν (ευγενικό)
訴えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
訴えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
訴えませんでした
Τε-μορφή
訴えて
Δυνητική
訴えられる
Προστακτική
訴えろ
Βουλητική
訴えよう
Υποθετική (ば)
訴えれば