訴え出る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταθέτω καταγγελία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 訴え出る
- Παρόν (ευγενικό)
- 訴え出ます
- Άρνηση (απλή)
- 訴え出ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 訴え出ません
- Παρελθόν (απλό)
- 訴え出た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 訴え出ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 訴え出なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 訴え出ませんでした
- Τε-μορφή
- 訴え出て
- Δυνητική
- 訴え出られる
- Προστακτική
- 訴え出ろ
- Βουλητική
- 訴え出よう
- Υποθετική (ば)
- 訴え出れば
- Υποθετική (たら)
- 訴え出たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 訴え出たい
- Απαγορευτική (~な)
- 訴え出るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 訴え出なさい
- Παθητική
- 訴え出られる
- Αιτιατική
- 訴え出させる