つい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίωξη, άσκηση ποινικής δίωξης
  2. 02 μομφή, παραπομπή αξιωματούχου σε δίκη

Κλίση

Παρόν (απλό)
訴追する
Παρόν (ευγενικό)
訴追します
Άρνηση (απλή)
訴追しない
Άρνηση (ευγενική)
訴追しません
Παρελθόν (απλό)
訴追した
Παρελθόν (ευγενικό)
訴追しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
訴追しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
訴追しませんでした
Τε-μορφή
訴追して
Δυνητική
訴追できる
Προστακτική
訴追しろ
Βουλητική
訴追しよう
Υποθετική (ば)
訴追すれば