診せる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξετάζω (τραυματισμό, ασθενή κ.λπ.) από γιατρό, πηγαίνω (κάποιον) σε γιατρό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 診せる
- Παρόν (ευγενικό)
- 診せます
- Άρνηση (απλή)
- 診せない
- Άρνηση (ευγενική)
- 診せません
- Παρελθόν (απλό)
- 診せた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 診せました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 診せなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 診せませんでした
- Τε-μορφή
- 診せて
- Δυνητική
- 診せられる
- Προστακτική
- 診せろ
- Βουλητική
- 診せよう
- Υποθετική (ば)
- 診せれば
- Υποθετική (たら)
- 診せたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 診せたい
- Απαγορευτική (~な)
- 診せるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 診せなさい
- Παθητική
- 診せられる
- Αιτιατική
- 診せさせる