診査
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαγνωστική εξέταση, διερεύνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 診査する
- Παρόν (ευγενικό)
- 診査します
- Άρνηση (απλή)
- 診査しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 診査しません
- Παρελθόν (απλό)
- 診査した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 診査しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 診査しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 診査しませんでした
- Τε-μορφή
- 診査して
- Δυνητική
- 診査できる
- Προστακτική
- 診査しろ
- Βουλητική
- 診査しよう
- Υποθετική (ば)
- 診査すれば
- Υποθετική (たら)
- 診査したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 診査したい
- Απαγορευτική (~な)
- 診査するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 診査しなさい
- Παθητική
- 診査される
- Αιτιατική
- 診査させる