評ひょう議ぎ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάσκεψη, συζήτηση

Παραδείγματα

  • 皆みんなで評議ひょうぎします。

    Θα το συζητήσουμε όλοι μαζί.

  • 大切たいせつな問題もんだいを評議ひょうぎしました。

    Συζητήσαμε ένα σημαντικό θέμα.

  • 委員会いいんかいのメンバーは、その新あたらしい提案ていあんについて徹底的てっていてきに評議ひょうぎを重かさねた。

    Τα μέλη της επιτροπής συζήτησαν διεξοδικά τη νέα πρόταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
評議する
Παρόν (ευγενικό)
評議します
Άρνηση (απλή)
評議しない
Άρνηση (ευγενική)
評議しません
Παρελθόν (απλό)
評議した
Παρελθόν (ευγενικό)
評議しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
評議しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
評議しませんでした
Τε-μορφή
評議して
Δυνητική
評議できる
Προστακτική
評議しろ
Βουλητική
評議しよう
Υποθετική (ば)
評議すれば