ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνθέτω (ιαπωνικό ποίημα), γράφω, χρησιμοποιώ ως θέμα ποιήματος
  2. 02 απαγγέλλω (π.χ. ποίημα), ψάλλω, ψαλμίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
詠む
Παρόν (ευγενικό)
詠みます
Άρνηση (απλή)
詠まない
Άρνηση (ευγενική)
詠みません
Παρελθόν (απλό)
詠んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
詠みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詠まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詠みませんでした
Τε-μορφή
詠んで
Δυνητική
詠める
Προστακτική
詠め
Βουλητική
詠もう
Υποθετική (ば)
詠めば