詠進
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποβολή ποιήματος (στην Αυλή ή σε ιερό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 詠進する
- Παρόν (ευγενικό)
- 詠進します
- Άρνηση (απλή)
- 詠進しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 詠進しません
- Παρελθόν (απλό)
- 詠進した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 詠進しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 詠進しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 詠進しませんでした
- Τε-μορφή
- 詠進して
- Δυνητική
- 詠進できる
- Προστακτική
- 詠進しろ
- Βουλητική
- 詠進しよう
- Υποθετική (ば)
- 詠進すれば
- Υποθετική (たら)
- 詠進したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 詠進したい
- Απαγορευτική (~な)
- 詠進するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 詠進しなさい
- Παθητική
- 詠進される
- Αιτιατική
- 詠進させる