もうでる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πραγματοποιώ προσκύνημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
詣でる
Παρόν (ευγενικό)
詣でます
Άρνηση (απλή)
詣でない
Άρνηση (ευγενική)
詣でません
Παρελθόν (απλό)
詣でた
Παρελθόν (ευγενικό)
詣でました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詣でなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詣でませんでした
Τε-μορφή
詣でて
Δυνητική
詣でられる
Προστακτική
詣でろ
Βουλητική
詣でよう
Υποθετική (ば)
詣でれば