もん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνέντευξη, εξέταση, ερώτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
試問する
Παρόν (ευγενικό)
試問します
Άρνηση (απλή)
試問しない
Άρνηση (ευγενική)
試問しません
Παρελθόν (απλό)
試問した
Παρελθόν (ευγενικό)
試問しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試問しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試問しませんでした
Τε-μορφή
試問して
Δυνητική
試問できる
Προστακτική
試問しろ
Βουλητική
試問しよう
Υποθετική (ば)
試問すれば