だん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δοκιμαστική εκτέλεση (πιάνου, οργάνου κ.λπ.), δοκιμή μουσικού οργάνου
  2. 02 σπάνιο δοκιμαστική βολή (πυροβόλου όπλου, κανονιού κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
試弾する
Παρόν (ευγενικό)
試弾します
Άρνηση (απλή)
試弾しない
Άρνηση (ευγενική)
試弾しません
Παρελθόν (απλό)
試弾した
Παρελθόν (ευγενικό)
試弾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試弾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試弾しませんでした
Τε-μορφή
試弾して
Δυνητική
試弾できる
Προστακτική
試弾しろ
Βουλητική
試弾しよう
Υποθετική (ば)
試弾すれば