よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δοκιμή, απόπειρα, δοκιμαστική εφαρμογή (κάτι που δοκιμάζεται)

Κλίση

Παρόν (απλό)
試用する
Παρόν (ευγενικό)
試用します
Άρνηση (απλή)
試用しない
Άρνηση (ευγενική)
試用しません
Παρελθόν (απλό)
試用した
Παρελθόν (ευγενικό)
試用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試用しませんでした
Τε-μορφή
試用して
Δυνητική
試用できる
Προστακτική
試用しろ
Βουλητική
試用しよう
Υποθετική (ば)
試用すれば