ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δοκιμαστική ακρόαση (π.χ. ενός δίσκου πριν την αγορά), ακρόαση (για επιλογή καλλιτέχνη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
試聴する
Παρόν (ευγενικό)
試聴します
Άρνηση (απλή)
試聴しない
Άρνηση (ευγενική)
試聴しません
Παρελθόν (απλό)
試聴した
Παρελθόν (ευγενικό)
試聴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試聴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試聴しませんでした
Τε-μορφή
試聴して
Δυνητική
試聴できる
Προστακτική
試聴しろ
Βουλητική
試聴しよう
Υποθετική (ば)
試聴すれば