試読
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανάγνωση για δοκιμή (π.χ. εφημερίδας), δοκιμαστική ανάγνωση (εφημερίδας, περιοδικού κ.λπ.)
- 02 σπάνιο προπαρασκευαστική ανάγνωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 試読する
- Παρόν (ευγενικό)
- 試読します
- Άρνηση (απλή)
- 試読しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 試読しません
- Παρελθόν (απλό)
- 試読した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 試読しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 試読しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 試読しませんでした
- Τε-μορφή
- 試読して
- Δυνητική
- 試読できる
- Προστακτική
- 試読しろ
- Βουλητική
- 試読しよう
- Υποθετική (ば)
- 試読すれば
- Υποθετική (たら)
- 試読したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 試読したい
- Απαγορευτική (~な)
- 試読するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 試読しなさい
- Παθητική
- 試読される
- Αιτιατική
- 試読させる