きん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δοκιμασία (μετάλλου, μεταλλεύματος κ.λπ.), χημική ανάλυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
試金する
Παρόν (ευγενικό)
試金します
Άρνηση (απλή)
試金しない
Άρνηση (ευγενική)
試金しません
Παρελθόν (απλό)
試金した
Παρελθόν (ευγενικό)
試金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試金しませんでした
Τε-μορφή
試金して
Δυνητική
試金できる
Προστακτική
試金しろ
Βουλητική
試金しよう
Υποθετική (ば)
試金すれば