けんべんきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προετοιμασία για εξέταση, διάβασμα για εξετάσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
試験勉強する
Παρόν (ευγενικό)
試験勉強します
Άρνηση (απλή)
試験勉強しない
Άρνηση (ευγενική)
試験勉強しません
Παρελθόν (απλό)
試験勉強した
Παρελθόν (ευγενικό)
試験勉強しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
試験勉強しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
試験勉強しませんでした
Τε-μορφή
試験勉強して
Δυνητική
試験勉強できる
Προστακτική
試験勉強しろ
Βουλητική
試験勉強しよう
Υποθετική (ば)
試験勉強すれば