詰つまる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεμίζω (με), είμαι γεμάτος, είμαι πλήρης (π.χ. ένα πρόγραμμα)
  2. 02 βουλώνω, φράζω (π.χ. σωλήνας, μύτη)
  3. 03 κονταίνω, συρρικνώνομαι, στενεύω
  4. 04 δεν έχω τι να πω, βρίσκομαι σε αδιέξοδο, πιέζομαι (π.χ. χρονικά, οικονομικά), κολλάω
  5. 05 τελειώνω, φτάνω στο τέλος, διευθετούμαι, τακτοποιούμαι
  6. 06 γίνομαι διπλό σύμφωνο
  7. 07 χτυπάω την μπάλα κοντά στις γροθιές του χτυπητή, μπλοκάρομαι

Παραδείγματα

  • 鼻はなが詰つまっています。

    Έχω βουλωμένη μύτη.

  • 今週こんしゅうは予定よていが詰つまっています。

    Αυτή την εβδομάδα έχω γεμάτο πρόγραμμα.

  • 突然とつぜんの質問しつもんに、彼かれは一瞬いっしゅん言葉ことばに詰つまってしまった。

    Στην ξαφνική ερώτηση, έμεινε για μια στιγμή άφωνος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
詰まる
Παρόν (ευγενικό)
詰まります
Άρνηση (απλή)
詰まらない
Άρνηση (ευγενική)
詰まりません
Παρελθόν (απλό)
詰まった
Παρελθόν (ευγενικό)
詰まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詰まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詰まりませんでした
Τε-μορφή
詰まって
Δυνητική
詰まれる
Προστακτική
詰まれ
Βουλητική
詰まろう
Υποθετική (ば)
詰まれば