ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πυκνώνω (για ύφασμα)
  2. 02 εγκλωβίζομαι (στο σκάκι, ματ)
  3. 03 περιστέλλομαι, έρχομαι σε δύσκολη θέση, φτάνω στα όριά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
詰む
Παρόν (ευγενικό)
詰みます
Άρνηση (απλή)
詰まない
Άρνηση (ευγενική)
詰みません
Παρελθόν (απλό)
詰んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
詰みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詰まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詰みませんでした
Τε-μορφή
詰んで
Δυνητική
詰める
Προστακτική
詰め
Βουλητική
詰もう
Υποθετική (ば)
詰めば