つまらない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανιαρός, βαρετός, αδιάφορος, κουραστικός
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ασήμαντος, επουσιώδης, αμελητέος, ευτελής
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα παράλογος, ανόητος, χαζός, γελοίος
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα άχρηστος, ανούσιος, απογοητευτικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
詰らない
Παρόν (ευγενικό)
詰らないです
Άρνηση (απλή)
詰らなくない
Άρνηση (ευγενική)
詰らなくないです
Παρελθόν (απλό)
詰らなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
詰らなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詰らなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詰らなくなかったです
Τε-μορφή
詰らなくて
Υποθετική (ば)
詰らなければ