詰る
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιπλήττω, μαλώνω, κατσαδιάζω, επικρίνω, προσάπτω μομφή
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανακρίνω επίμονα (προκειμένου να επικρίνω ή να βρω σφάλμα σε κάποιον)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 詰る
- Παρόν (ευγενικό)
- 詰ります
- Άρνηση (απλή)
- 詰らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 詰りません
- Παρελθόν (απλό)
- 詰った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 詰りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 詰らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 詰りませんでした
- Τε-μορφή
- 詰って
- Δυνητική
- 詰れる
- Προστακτική
- 詰れ
- Βουλητική
- 詰ろう
- Υποθετική (ば)
- 詰れば
- Υποθετική (たら)
- 詰ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 詰りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 詰るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 詰りなさい
- Παθητική
- 詰られる
- Αιτιατική
- 詰らせる