なじ

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επιπλήττω, μαλώνω, κατσαδιάζω, επικρίνω, προσάπτω μομφή
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανακρίνω επίμονα (προκειμένου να επικρίνω ή να βρω σφάλμα σε κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
詰る
Παρόν (ευγενικό)
詰ります
Άρνηση (απλή)
詰らない
Άρνηση (ευγενική)
詰りません
Παρελθόν (απλό)
詰った
Παρελθόν (ευγενικό)
詰りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
詰らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
詰りませんでした
Τε-μορφή
詰って
Δυνητική
詰れる
Προστακτική
詰れ
Βουλητική
詰ろう
Υποθετική (ば)
詰れば