はなしこし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διακόπτω τον ειρμό της συζήτησης, παρεμβαίνω, διακόπτω κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
話の腰を折る
Παρόν (ευγενικό)
話の腰を折ります
Άρνηση (απλή)
話の腰を折らない
Άρνηση (ευγενική)
話の腰を折りません
Παρελθόν (απλό)
話の腰を折った
Παρελθόν (ευγενικό)
話の腰を折りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
話の腰を折らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
話の腰を折りませんでした
Τε-μορφή
話の腰を折って
Δυνητική
話の腰を折れる
Προστακτική
話の腰を折れ
Βουλητική
話の腰を折ろう
Υποθετική (ば)
話の腰を折れば