話をする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μιλώ, συζητώ, διηγούμαι μια ιστορία
Παραδείγματα
-
先生と話をする。
Μιλάω με τον δάσκαλο/την δασκάλα.
-
友達と将来の夢について話をする。
Συζητάω με τον φίλο/την φίλη μου για τα μελλοντικά μας όνειρα.
-
その件について、一度じっくりと話をする必要があります。
Χρειάζεται να το συζητήσουμε διεξοδικά αυτό το θέμα κάποια στιγμή.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 話をする
- Παρόν (ευγενικό)
- 話をします
- Άρνηση (απλή)
- 話をしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 話をしません
- Παρελθόν (απλό)
- 話をした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 話をしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 話をしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 話をしませんでした
- Τε-μορφή
- 話をして
- Δυνητική
- 話をできる
- Προστακτική
- 話をしろ
- Βουλητική
- 話をしよう
- Υποθετική (ば)
- 話をすれば
- Υποθετική (たら)
- 話をしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 話をしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 話をするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 話をしなさい
- Παθητική
- 話をされる
- Αιτιατική
- 話をさせる