話をそらす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλλάζω θέμα συζήτησης (π.χ. απομακρύνοντας τη συζήτηση από κάτι άβολο ή δυσάρεστο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 話をそらす
- Παρόν (ευγενικό)
- 話をそらします
- Άρνηση (απλή)
- 話をそらさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 話をそらしません
- Παρελθόν (απλό)
- 話をそらした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 話をそらしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 話をそらさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 話をそらしませんでした
- Τε-μορφή
- 話をそらして
- Δυνητική
- 話をそらせる
- Προστακτική
- 話をそらせ
- Βουλητική
- 話をそらそう
- Υποθετική (ば)
- 話をそらせば
- Υποθετική (たら)
- 話をそらしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 話をそらしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 話をそらすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 話をそらしなさい
- Παθητική
- 話をそらされる
- Αιτιατική
- 話をそらさせる