話題を呼ぶ
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προκαλώ το ενδιαφέρον του κοινού, προκαλώ αίσθηση, κεντρίζω την προσοχή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 話題を呼ぶ
- Παρόν (ευγενικό)
- 話題を呼びます
- Άρνηση (απλή)
- 話題を呼ばない
- Άρνηση (ευγενική)
- 話題を呼びません
- Παρελθόν (απλό)
- 話題を呼んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 話題を呼びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 話題を呼ばなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 話題を呼びませんでした
- Τε-μορφή
- 話題を呼んで
- Δυνητική
- 話題を呼べる
- Προστακτική
- 話題を呼べ
- Βουλητική
- 話題を呼ぼう
- Υποθετική (ば)
- 話題を呼べば
- Υποθετική (たら)
- 話題を呼んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 話題を呼びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 話題を呼ぶな
- Προστακτική (ευγενική)
- 話題を呼びなさい
- Παθητική
- 話題を呼ばれる
- Αιτιατική
- 話題を呼ばせる