誂える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παραγγέλνω, κατασκευάζω κατά παραγγελία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 誂える
- Παρόν (ευγενικό)
- 誂えます
- Άρνηση (απλή)
- 誂えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 誂えません
- Παρελθόν (απλό)
- 誂えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 誂えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 誂えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 誂えませんでした
- Τε-μορφή
- 誂えて
- Δυνητική
- 誂えられる
- Προστακτική
- 誂えろ
- Βουλητική
- 誂えよう
- Υποθετική (ば)
- 誂えれば
- Υποθετική (たら)
- 誂えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 誂えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 誂えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 誂えなさい
- Παθητική
- 誂えられる
- Αιτιατική
- 誂えさせる