誅する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσημο θανατώνω (π.χ. αμαρτωλό, προδότη κ.λπ.), επιβάλλω τη θανατική ποινή σε κάποιον
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 誅する
- Παρόν (ευγενικό)
- 誅します
- Άρνηση (απλή)
- 誅しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 誅しません
- Παρελθόν (απλό)
- 誅した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 誅しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 誅しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 誅しませんでした
- Τε-μορφή
- 誅して
- Δυνητική
- 誅できる
- Προστακτική
- 誅しろ
- Βουλητική
- 誅しよう
- Υποθετική (ば)
- 誅すれば
- Υποθετική (たら)
- 誅したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 誅したい
- Απαγορευτική (~な)
- 誅するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 誅しなさい
- Παθητική
- 誅される
- Αιτιατική
- 誅させる