ほこりにおも

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αισθάνομαι περήφανος για, καμαρώνω για, υπερηφανεύομαι για

Κλίση

Παρόν (απλό)
誇りに思う
Παρόν (ευγενικό)
誇りに思います
Άρνηση (απλή)
誇りに思わない
Άρνηση (ευγενική)
誇りに思いません
Παρελθόν (απλό)
誇りに思った
Παρελθόν (ευγενικό)
誇りに思いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誇りに思わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誇りに思いませんでした
Τε-μορφή
誇りに思って
Δυνητική
誇りに思える
Προστακτική
誇りに思え
Βουλητική
誇りに思おう
Υποθετική (ば)
誇りに思えば