ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίδειξη, επιδεικτική προβολή, επίδειξη ισχύος ή πλούτου, αλαζονική προβολή

Κλίση

Παρόν (απλό)
誇示する
Παρόν (ευγενικό)
誇示します
Άρνηση (απλή)
誇示しない
Άρνηση (ευγενική)
誇示しません
Παρελθόν (απλό)
誇示した
Παρελθόν (ευγενικό)
誇示しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
誇示しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
誇示しませんでした
Τε-μορφή
誇示して
Δυνητική
誇示できる
Προστακτική
誇示しろ
Βουλητική
誇示しよう
Υποθετική (ば)
誇示すれば